Μέσα από το σοκ και την αίσθηση του παραλόγου που δημιουργούνται στον αναγνώστη από την εμφάνιση μυθολογικών προσώπων και καταστάσεων στο Παρίσι στο τέλος του 20ου αιώνα ο Αντρέ Ζιντ με τις αλληγορικές του φάρσες αναζητά όπως και οι ήρωές του στο «Προμηθέας ελεύθερος δεσμώτης» την προσωπικότητά του ή την ιδιοσυγκρασία του.
Ο Προμηθέας κουρασμένος στην κορυφή του Καυκάσου από τα τείχη, τις αλυσίδες, τους ζουρλομανδύες, τους ενδοιασμούς, τα τραύματα, τις ουλές και εκζέματα, τις ψυχολογικές εγχαράξεις στο ατομικό ασυνείδητο, αποφάσισε μια μέρα του φθινοπώρου και κατηφόρισε το βουλεβάρτο που οδηγεί από την πλατεία Μαντλέν στην Όπερα για να σώσει την εμπειρία από το ναυάγιο της σιωπής. Ο ενεστώτας του βίου του είναι ένας προσωρινός καταυλισμός για τη μελλοντική Εδέμ και όπου οι έννοιες πρέπει να συσταλούν για να χωρέσουν στο εμβαδό του οράματός του.
Ο σερβιτόρος ενός εστιατορίου, ως ρακοσυλλέκτης που ψάχνει το νόημά του στην ενδοχώρα του ιδιωτικού του βίου, έτσι κι αλλιώς στο σκοτάδι ενός λειψού εγώ, εξηγεί στον Προμηθέα τον τρόπο αναζήτησης της «αναίτιας ενέργειας»:
« Μια πράξη που δεν την υποκινεί τίποτα. Καταλαβαίνετε; Ούτε το συμφέρον ούτε το πάθος, τίποτα. Μια ανιδιοτελής πράξη, που γίνεται αφ’ εαυτής – επίσης η πράξη χωρίς σκοπό, άρα χωρίς αφέντη, η ελεύθερη πράξη, ή μήπως η αυτόχθων Πράξις;»
Μετά την ιστορία του Κόκλη και του Δαμοκλή το αίτημα είναι σαφές: τα διεστώτα πρέπει να συγκολληθούν, οι ρωγμές να κλείσουν, οι σπασμένοι κρίκοι να αποκατασταθούν, ο Προμηθέας καλεί το μεγάλο του αετό με τα λίγα γλωσσικά του αποθέματα δαπανημένα στο ΟΛΟΝ: «Το πολύ – πολύ να είναι καμιά συνείδηση».
Μερικές μέρες αργότερα ο Προμηθέας, θύμα της φροντίδας του σερβιτόρου, βρέθηκε φυλακισμένος ως κατασκευαστής σπίρτων άνευ αδείας. Η φυλακή, απομονωμένη από τον υπόλοιπο κόσμο, είχε για μοναδική θέα τον ουρανό.
«Και, μέσα στην πλήξη του, ο Προμηθέας το βράδυ κάλεσε τον αετό του. – Ο αετός ήρθε.
«Σε περίμενα από καιρό», είπε ο Προμηθέας.
«Τότε γιατί δεν με καλούσες νωρίτερα;» απάντησε ο αετός.
Για πρώτη φορά, ο Προμηθέας είδε τον αετό του κουρνιασμένο ανεπιτήδευτα πάνω στα στραβωμένα κάγκελα του μπουντρουμιού. Στο χρυσό χρώμα της δύσης, ο αετός έδειχνε ακόμη πιο μουντός, ήταν γκρίζος, άσχημος, καχεκτικός, σκυθρωπός, παραιτημένος, άθλιος. Φαινόταν υπερβολικά αδύνατος για να πετάξει, κοιτώντας τον, ο Προμηθέας έκλαψε από συμπόνια για τον αετό του.
«Πιστό πουλί», του είπε, «φαίνεται να υποφέρεις – λέγε: τι έχεις;»
«Πεινάω», είπε ο αετός.
«Φάε», είπε ο Προμηθέας, αποκαλύπτοντας το συκώτι του.
Το πουλί έφαγε.
«Με πονάς», είπε ο Προμηθέας.
Ο αετός όμως δεν είπε τίποτε άλλο εκείνη τη μέρα.
Ήρθε η άνοιξη. Γύρω από τα κάγκελα του πύργου άνθισε το αγιόκλημα ευωδιαστό.
«Κάποια μέρα θα φύγουμε» , είπε ο αετός.
«Αλήθεια;» αναφώνησε ο Προμηθέας.
«Ναι, επειδή εγώ έχω γίνει πολύ δυνατός κι εσύ πολύ αδύνατος και μπορώ να σε πάρω μαζί μου.»
«Αετέ, αετέ μου… πάρε με μαζί σου»
Και ο αετός σήκωσε ψηλά τον Προμηθέα και τον πήγε στην αίθουσα των Νέων Φεγγαριών για να μιλήσει:
Από την παράσταση του Θ. Τερζόπουλου" Προμηθέας Δεσμώτης" στη Γερμανία 2010
«Κύριοι, ασχολήθηκα με τους ανθρώπους πολύ περισσότερο απ’ ότι σας είπα. Κύριοι, έχω κάνει πολλά για τους ανθρώπους. Κύριοι, έχω αγαπήσει τους ανθρώπους παθιασμένα, σφοδρά, οικτρά. Και έχω κάνει τόσα γι’ αυτούς, που δεν θα υπερέβαλα αν έλεγα ότι οι άνθρωποι είναι δικό μου δημιούργημα, επειδή, πριν από μένα, τι ήταν; Υπήρχαν , αλλά δεν είχαν συνείδηση της ύπαρξής τους. Έφταιξα εγώ τη συνείδηση, κύριοι, μ’ όλη μου την αγάπη γι’ αυτούς, σαν μια φωτιά για να τους φωτίζει. Η πρώτη συνείδηση που απέκτησαν ήταν η συνείδηση της ομορφιάς τους… άλλωστε, έχοντας φτιάξει τον άνθρωπο κατ’ εικόνα και ομοίωσή μου, καταλαβαίνω τώρα πως μέσα σε κάθε άνθρωπο υπήρχε κάτι που περίμενε να εκκολαφτεί. Στον καθένα τους υπήρχε το αυγό του αετού… Και πάλι δεν μπορώ να ξέρω, δεν μπορώ να τα εξηγήσω όλα αυτά.. Αυτό που ξέρω είναι ότι επειδή δεν ήμουν ικανοποιημένος που τους είχα δώσει τη συνείδηση της ύπαρξής τους, θέλησα να τους δώσω κι έναν λόγο ύπαρξης. Τους έδωσα τη φωτιά, τη φλόγα κι όλες τις τέχνες που τρέφονται απ’ αυτή. Θερμαίνοντας το πνεύμα τους, έκανα να εκκολαφτεί μέσα τους η αδηφάγος πίστη στην πρόοδο. Κι αισθανόμουν μια παράξενη χαρά που η υγεία του ανθρώπου φθειρόταν για να την παραγάγει. Όχι πια πίστη στο καλό, αλλά μια άρρωστη ελπίδα για το καλύτερο. Η πίστη στην πρόοδο, κύριοι, είναι ο αετός τους. Οι αετοί μας είναι ο λόγος της ύπαρξής μας. Η ευτυχία του ανθρώπου λιγόστευε, λιγόστευε, κι εγώ αδιαφορούσα: ο αετός είχε γεννηθεί. Δεν αγαπούσα πια τους ανθρώπους, αγαπούσα εκείνο που ζούσε απ’ αυτούς. Σας λέω όμως τούτο: ό,τι κι αν είναι, ο αετός μας κατατρώγει, διαστροφή ή αρετή, καθήκον ή πάθος».
Το τέλος επιφυλάσσει ένα χαρούμενο περιβάλλον για τον Προμηθέα που άξεστος, ανοίκειος, Βουλγαροκτόνος και ανυπόληπτος ακολουθώντας το «Άφες τους νεκρούς θάψαι τους εαυτών νεκρούς», σκοτώνει τον αετό του και προχωρώντας στο βουλεβάρτο του Παρισιού, έχοντας μαζί του την ηρωίδα από την προηγούμενη νουβέλα, «Τέλματα», αφήνοντας πίσω του ιζήματα ενοχών ή αυτομομφής, ανακαλύπτει το μυστικό του γέλιου, ανακαλύπτει την προσωπικότητά του, ανακαλύπτει ότι η αναίτια πράξη δεν είναι απλώς μια ανιδιοτελής επαναστατική πράξη του ατόμου εναντίον των κοινωνικών συμβάσεων, αλλά και ένα παιχνίδι που κρύβει το στοιχείο της έκπληξης, μια απρόβλεπτη ηδονή, μια άμεση δράση του ασυνειδήτου ακόμα κι αν ο ίδιος κάνει ό,τι του είναι δυνατόν για να το αποφύγει ή για να το αρνηθεί, ανακαλύπτει μια ταυτότητα που μασκαρεύεται σε ετερότητα.
Το νιώθεις, δεν είναι νέκυια αυτό που ζεις διαβάζοντάς το. Είναι επιστροφή σε κάτι που μαρμαίρει.
Αντρέ Ζιντ "Ο Προμηθέας ελεύθερος δεσμώτης" Εκδόσεις Καστανιώτη- FAQ