Σάββατο, 14 Ιανουαρίου 2012

η ιστορία της Σονέτσκα

«Σονέτσκα!
Γράφω την ιστορία σου στην άκρη του Ωκεανού. (Ω! να μπορούσα να πω: «Σου γράφω απ’ τον Ωκεανό», όμως όχι!)
Γράφω την ιστορία σου στην άκρη του Ωκεανού όπου ποτέ σου δεν πήγες κι ούτε πρόκειται πια να πας. Επάνω στις ακτές του, και κυρίως επάνω στα νησιά του, υπάρχουν χιλιάδες μαύρα μάτια. Οι ναυτικοί το γνωρίζουν.»

Η ιστορία της Σονέτσκα γράφεται από την Τσβετάγιεβα μόνο μετά το νεύμα του θανάτου της Σονέτσκα, όταν το πρώτο ίχνος της απουσίας της από τη ζωή της Τσβετάγιεβα, είναι και η πρώτη στιγμή της σιωπηλής παρουσίας μέσα της, η εγκατάσταση στα ενδόμυχα της ψυχής της. Οι ήρωές της, σκιές ονείρου, τεθνεώτες, σε αδιάλειπτη αλληλεγγύη και διάλογο με τους ζωντανούς, σ’ ένα καμβά όπου η ζωή είναι προσημειωμένη στο ταμιευτήριο του θανάτου.
Πενθεί την ερωτική απώλεια, καταφάσκοντας στο ανεκπλήρωτο και βιώνοντας ποιητικά – υπερβατικά τον πόθο ως το πιο ακραίο του όριο. Πενθεί εκ των προτέρων η Τσβετάγιεβα διότι δεν μπορεί να κάνει αλλιώς, διότι γνωρίζει ήδη, και γνωρίζοντας αναγνωρίζει πίσω από την ομορφιά που τόσο αγαπά, πίσω από την παράξενη ομορφιά της Σονέτσκα, την ολοκληρωτική απουσία της μορφής, την άβυσσο. Πενθεί του έρωτα το όνομα, γιατί ενώ ένα τέτοιο πάθος μοιάζει συχνά να είναι πάθος για τη ζωή, είναι στην πραγματικότητα το πάθος θανάτου.
Η αδυναμία όμως της γλώσσας να μιλήσει για ό,τι τεκμαίρεται στην παραμεθόριο του βιώματος, να μεταπλάσσει στο ρηματικό της ιδίωμα μια εκστατική εμπειρία, ένα μεταφυσικό ρίγος:

«Το ερωτικό φιλί, είναι, από όλα τα μονοπάτια που οδηγούν στη λησμονιά του άλλου , το χειρότερο. Δεν είναι πλησίασμα, είναι φυγή από το αγαπημένο πρόσωπο.
Αρχίζεις φιλώντας μια ψυχή, συνεχίζεις φιλώντας ένα στόμα και τελειώνεις φιλώντας - το φιλί.
Εκμηδένιση.»

Γι’ αυτό ο έρωτας είναι πάντοτε νέος, γιατί πάντοτε πεθαίνει πριν το κενό, σαν άγραφο χαρτί ή σαν υπόσχεση του μηδενός, πριν προλάβει να σημαδευτεί από τα ίχνη του χρόνου, από την ειρωνική κίνηση του πιστότερου και σταθερότερου εραστή.


«Επάνω σε τόσα χέρια
τα δαχτυλίδια μου
Επάνω σε τόσα χείλη
τα τραγούδια μου
Σε τόσα μάτια μέσα
τα δάκρυά μου
Και μέσα σ’ όλους τους τόπους
η νεότητά μου»

Ο έρωτας – μαθητεία στο πένθος – για την Τσβετάγιεβα καταργεί το σύνορο που χωρίζει τον κόσμο των ζωντανών από εκείνον των νεκρών – κι έτσι, και οι μεν και οι δε πηγαινοέρχονται ελεύθερα στο χρόνο και στο διάστημα. Ο θάνατός της είναι το αντίτιμο για τη ζωή που χάρισε στους αγαπημένους της: «Όσο περισσότερο σας δίνω ζωή, τόσο περισσότερο εγώ η ίδια - πεθαίνω, παραιτούμαι από τη ζωή – πεθαίνω βαδίζοντας προς εσάς, πεθαίνω – μέσα σ’ εσάς».

Αλλά ο έρωτας εκτός από μαθητεία στο πένθος είναι πάντοτε και μια μαθητεία στο αδύνατο, στο ερωτικό ανέφικτο, την ίδια την ουσία του έρωτα, μια μαθητεία στο αδύνατο και συγχρόνως μια μαθητεία αδύνατη στον απρόσιτο άλλο, στο σκάνδαλο της πολλαπλότητας των συνειδήσεων. Μια λευκή νύχτα. Μια νύχτα λευκή.

«Και το πιο αληθινό, χωρίς αμφιβολία, είναι ότι εγώ είμαι όλοι όσοι στη διάρκεια των λευκών νυχτών τους είναι τόσο γεμάτοι από έρωτα, που ορμούν στους δρόμους, περιπλανιούνται… είμαι εγώ η ίδια μια νύχτα λευκή».

Μπορεί να υπάρξει νύχτα λευκή;
Μπορεί να υπάρξει νύχτα – που να μην είναι λευκή;
Ο Ονειροπόλος στις «Λευκές Νύχτες» του Ντοστογιέφσκι ξέρει πως όποιος βυθιστεί έστω και για μια και μοναδική φορά σε μια λευκή νύχτα, δεν πρόκειται να βγει απ’ αυτήν ποτέ. Και ο έρωτας της Τσβετάγιεβα για τη Σονέτσκα, έρωτας παράφορος και χωρίς όρια, είναι ένας έρωτας ονειροπαρμένου, γιατί «οι ονειροπαρμένοι είναι πλάσματα ουδέτερου φύλου», Λευκές Νύχτες, Φ. Ντοστογιέφσκι.

Κι αν πίσω από την πλάτη της Τσβετάγιεβα είναι η ελευθερία, μπροστά στα μάτια της είναι ό έρωτας – ο έρωτας να υπάρχεις, ή καλύτερα να μην έχεις υπάρξει έτσι ώστε να αποκτήσεις υπόσταση μέσα στον άλλο: « Παντού όπου βρέθηκα μέχρι τώρα και παντού όπου θα βρεθώ στο μέλλον – χωρίς εσάς – θα είναι : η μη ύπαρξη». Έτσι η Σονέτσκα, ή η Τσβετάγιεβα έχει μπει σ’ έναν άλλον κόσμο. Δρασκέλισε με αποσκευές τη φιλία τα Σύνορα και τα κατήργησε ώστε :

«Μπορείς λοιπόν να πεις στου χρόνου τη στιγμή:
-Διάρκεσε κι άλλο! Είσαι τόσο όμορφη».

"Η ιστορία της Σονέτσκα" Μαρίνα Τσβετάγιεβα, ΕΚΔΟΣΕΙΣ: ΝΕΦΕΛΗ

Τετάρτη, 16 Νοεμβρίου 2011

Στον Αόριστο η κοινωνία γίνεται κάτοχος του παρελθόντος της


Τώρα που η δημοκρατία δέχεται ένα δυνατό χτύπημα, τώρα που ο λαός ανήμπορος παρακολουθεί τη φυγή της, θαμπωμένος από το θέαμα που του παρουσιάζει η εξουσία και οι πιστοί οπαδοί της, τώρα που η νέα ακροδεξιά, άνθρωποι των ΜΜΕ – μιντιακοί τιμητές της δήθεν «στρουκτουραλιστικής τρομοκρατίας» ρολάρουν στην πλήρη ακινητοποίηση του λαού προκειμένου να πετύχουν τη διατήρηση της συμβολικής τάξης με την αφαίρεση του δικαιώματος της επιλογής, «αποκρύπτοντας δείχνοντας» και κατασκευάζοντας το «σημαντικό», μήπως στον προμαχώνα της επιθυμίας κινούμαστε μοιραία σ’ έναν κατήφορο που μας οδηγεί να αρνηθούμε την εξέγερση ή να την μεταθέτουμε επ’ αόριστον, να την αναδρομολογούμε, να την εκλεπτύνουμε χωρίς εξεικόνιση και ανεξεικόνιστη;

Όταν μετατρέπουν την αρχή της επιβίωσης σε όπλο καθυπόταξης στα χέρια των αυτόκλητων και αυτοανακηρυγμένων φρουρών των «αξιών» της κοινωνίας προκειμένου να αποσπάσουν εκβιαστικά το προσκύνημα των υποτακτικών τους καταργώντας κάθε υπόνοια αυτονομίας ή αυτόνομης επιλογής, οι σημερινοί καλόγεροι της «εθνικής» ανάνηψης, μήπως φοβόμαστε να θελήσουμε πραγματικά αυτό που επιθυμούμε ενώπιος ενωπίω με το αδύνατο;

Το ξύπνημα από ένα όνειρο μετατρέπεται σε εφιάλτη όταν τα υποκείμενα – πολίτες μετατρέπονται σε μονάδες μετακινούμενων φόβων και πληθυσμούς εφέδρων.

Η εξέγερση στρέφεται και περιστρέφεται ανάλογα με την ιστορία. Σ’ εμάς εναπόκειται να συντελέσουμε αυτή την κίνηση. Γιατί όμως σήμερα; Γιατί ως θεατές και αναγνώστες όλοι ξέρουμε ότι έχουμε να κάνουμε με ένα κενό εξουσίας. Η κενότητα της πολιτικής εξουσίας παρ’ όλη τη μιντιακή θεατρικοποίησή της οδηγεί ως τη «διαστροφή». Δεν υπάρχει «νόμος» αλλά «μέτρα». Τι πρόοδος! Τι ανακούφιση για τη δημοκρατία! Κι όμως, τα μέτρα επιδέχονται ένδικα βοηθήματα και παραπομπές, ερμηνείες και … παραχαράξεις. Σε τελική ανάλυση, η νέα παγκόσμια τάξη εξομαλύνει και συγχωρεί εκτροπές, είναι κανονικοποιητική και συγχρόνως διαστρέψιμη – παραχαράξιμη και γι ‘ αυτό πιο επικίνδυνη: ως καταστολή κατ’ εκτροπήν και εκτρέψιμη.

Η αναγκαιότητα μιας κουλτούρας της εξέγερσης στο πλαίσιο μιας κοινωνίας που ζει και αναπτύσσεται χωρίς να λιμνάζει, της εξέγερσης που αναπτύσσεται συνοδός της εσωτερικής εμπειρίας της ευτυχίας, αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της αρχής της ηδονής. Freud. Σε κοινωνικό επίπεδο, η κανονικοποιητική τάξη κάθε άλλο παρά απόλυτα πετυχαίνει το σκοπό της, καθώς αφήνει στη μοίρα τους κάποιους αποκλεισμένους- το σέρβις των κουρασμένων μηχανών προϋποθέτει τη βίαιη ή κλιμακωτή έξωση όλων όσων δεν ανταποκρίνονται στις πολλαπλές δοκιμασίες αντοχής: τους άνεργους, τα προάστια, τους άστεγους, τους ξένους ανάμεσα σε τόσους και τόσους που όταν δε διαθέτουν κουλτούρα εξέγερσης, όταν πρέπει να αρκεστούν σε οπισθοδρομικές ιδεολογίες, σε σόου και διασκεδάσεις, γίνονται αυτοί τελικά που σπάνε ό,τι βρίσκουν μπροστά τους.

Ο μοντέρνος μας κόσμος έχει φτάσει σ’ ένα σημείο ανάπτυξης όπου ένας ορισμένος τύπος κουλτούρας βρίσκεται υπό απειλή. Όχι η κουλτούρα του σόου, όχι η κουλτούρα της συναινετικής πληροφόρησης που ευνοούνται από τα μίντια αλλά η κουλτούρα ή και η τέχνη της εξέγερσης. Και αφού έτσι έχει η κατάσταση, δικαιούμαστε να αναρωτηθούμε ποιος μπορεί να εξεγερθεί και εναντίον ποιου; Και πώς; Μέσω ενός ζάπινγκ εικόνων; Και εμείς αγωνιούμε, είμαστε άνω – κάτω. Δεν ξέρουμε πού πάμε. Άραγε μπορούμε να πάμε κάπου; Βρισκόμαστε αντιμέτωποι με την καταστροφή των θεμελίων μας. Αυτή η αγωνία δεν είναι μονάχα αρνητική, αφού, από το απλό γεγονός ότι προτείνεται μια εγκατάσταση για εκείνη τη θέση όπου καταλύεται το θεμέλιο, την ίδια τη στιγμή ανακύπτει μια διερώτηση, ένα ερώτημα, μια ανα – τροπή, μια ανα – στροφή με την ετυμολογική έννοια του όρου (επιστροφή προς το αόρατο, άρνηση και μετατόπιση). Αυτή η εμπειρία προς το άγνωστο, η έκπληξη, ο πόνος, η έκσταση έπειτα από την κατανόηση του πλήγματος είναι ακόμη δυνατή; Αφού περάσουμε το στάδιο της απογοήτευσης, προσωπικά ας καλωσορίσω αυτή την εμπειρία.

Ακόμη και ο Freud επιμένει να μιμηθούμε την εξέγερση στο μύθο του που παρουσιάζει στο «Τοτέμ και Ταμπού» όχι για να την αναπαραστήσουμε έτσι όπως ήταν, αλλά να την επικαιροποιήσουμε με τη μορφή εορταστικής ή θυσιαστικής αναμνημόνευσης η οποία θα εμπεριέχει τη χαρά του αρχικού εγκλήματος, την ενοχή, τη μεταμέλεια, την εξιλέωση. Και όταν τα κέρδη που αντλούμε από το κοινωνικό συμβόλαιο κινδυνεύουν να εκλείψουν «λόγω των μεταβαλλόμενων συνθηκών ζωής», ανεργία, αποκλεισμός, έλλειψη χρημάτων, έλλειψη ικανοποίησης σε κάθε επίπεδο, η συσπείρωσή μας στο πλαίσιο του κοινωνικού δεσμού αποσυντίθεται, η υπεραξία που «εγώ» αποκόμιζα από την εισχώρησή μου στο socius καταρρέει.

Το «Εμείς» και το «Εγώ» είναι διαμορφωμένα από πολλαπλές όψεις και αυτή η πολυφωνία που μας καταθλίβει ή μας κάνει να απολαμβάνουμε, που μας εκμηδενίζει ή μας εξυμνεί, αντηχεί μέσα στην πολυσημία των λεκτικών μας συναλλαγών, αποσπά το στοχασμό από τα ορθολογικά κελύφη και παραχωρεί ένα υποκείμενο που έχει καταστεί έκκεντρο στις συγκρούσεις του Είναι. Το θέμα δεν είναι να ωθούμε στα άκρα την απαίτηση της καθολικότητας και την απαίτηση της ενικότητας σε κάθε δεσμό, καθιστώντας αυτή την ταυτόχρονη κίνηση ελατήριο της σκέψης και γλώσσας. Έτσι σ’ έναν τόπο υποκειμενικής ασυναρτησίας, δυσχέρανσης της υποκειμενικότητας, σ’ έναν τόπο όπου αποσυνδέονται το κατονομαστό και το ακατανόμαστο, το ορμικό και το συμβολικό, η γλώσσα και αυτό που δεν είναι γλώσσα, το «υποκείμενο υπό διεξαγωγή» εξεγείρεται, αναδιατυπώνει τον ψυχικό του χάρτη από μια επιθυμία να ανατρέψει τον κόσμο, τον εαυτό του, τον Άλλο, τον Έρωτα και το Θάνατο.

Ας εγκαταλείψουμε μια για πάντα τα ατομικά μας κελιά στα οποία έχουμε εγκλωβιστεί. Ας συνειδητοποιήσουμε πως ό,τι ήταν κάποτε ονειρικό, βασιζόταν πάντα στον εφιάλτη του διπλανού μας. Τώρα που πονάς.. γιάτρεψε την πληγή σου! Ο παλιός κόσμος είναι πίσω μας. Στα συντρίμμια του αναδύεται ένας καινούριος , ικανός να εμπνέεται από τα μεγάλα μας όνειρα. Αρκεί να τον νοηματοδοτήσουμε.

«Δεν υπάρχουν διέξοδοι για να επιλέξει κανείς. Η διέξοδος είναι κάτι που το επινοείς. Και καθένας, όταν επινοεί τη διέξοδό του, επινοεί τον εαυτό του. Ο άνθρωπος είναι κάτι που επινοείται κάθε μέρα».J.P.Sartre

Ύστερα από μακριές νύχτες μαθαίνουμε την ταυτότητα του στοχασμού και της ελευθερίας. Την επόμενη φορά που θα θυμηθείτε την εξέγερση, μην εμπιστευτείτε τους ειδικούς της επανάστασης… μας την έχουν στημένη στη γωνία.

"Νόημα και μη νόημα της εξέγερσης" Julia Kristeva, Εκδόσεις Scripta

Τρίτη, 2 Αυγούστου 2011

Προμηθέας ελεύθερος δεσμώτης

Μέσα από το σοκ και την αίσθηση του παραλόγου που δημιουργούνται στον αναγνώστη από την εμφάνιση μυθολογικών προσώπων και καταστάσεων στο Παρίσι στο τέλος του 20ου αιώνα ο Αντρέ Ζιντ με τις αλληγορικές του φάρσες αναζητά όπως και οι ήρωές του στο «Προμηθέας ελεύθερος δεσμώτης» την προσωπικότητά του ή την ιδιοσυγκρασία του.

Ο Προμηθέας κουρασμένος στην κορυφή του Καυκάσου από τα τείχη, τις αλυσίδες, τους ζουρλομανδύες, τους ενδοιασμούς, τα τραύματα, τις ουλές και εκζέματα, τις ψυχολογικές εγχαράξεις στο ατομικό ασυνείδητο, αποφάσισε μια μέρα του φθινοπώρου και κατηφόρισε το βουλεβάρτο που οδηγεί από την πλατεία Μαντλέν στην Όπερα για να σώσει την εμπειρία από το ναυάγιο της σιωπής. Ο ενεστώτας του βίου του είναι ένας προσωρινός καταυλισμός για τη μελλοντική Εδέμ και όπου οι έννοιες πρέπει να συσταλούν για να χωρέσουν στο εμβαδό του οράματός του.

Ο σερβιτόρος ενός εστιατορίου, ως ρακοσυλλέκτης που ψάχνει το νόημά του στην ενδοχώρα του ιδιωτικού του βίου, έτσι κι αλλιώς στο σκοτάδι ενός λειψού εγώ, εξηγεί στον Προμηθέα τον τρόπο αναζήτησης της «αναίτιας ενέργειας»:

« Μια πράξη που δεν την υποκινεί τίποτα. Καταλαβαίνετε; Ούτε το συμφέρον ούτε το πάθος, τίποτα. Μια ανιδιοτελής πράξη, που γίνεται αφ’ εαυτής – επίσης η πράξη χωρίς σκοπό, άρα χωρίς αφέντη, η ελεύθερη πράξη, ή μήπως η αυτόχθων Πράξις;»

Μετά την ιστορία του Κόκλη και του Δαμοκλή το αίτημα είναι σαφές: τα διεστώτα πρέπει να συγκολληθούν, οι ρωγμές να κλείσουν, οι σπασμένοι κρίκοι να αποκατασταθούν, ο Προμηθέας καλεί το μεγάλο του αετό με τα λίγα γλωσσικά του αποθέματα δαπανημένα στο ΟΛΟΝ: «Το πολύ – πολύ να είναι καμιά συνείδηση».

Μερικές μέρες αργότερα ο Προμηθέας, θύμα της φροντίδας του σερβιτόρου, βρέθηκε φυλακισμένος ως κατασκευαστής σπίρτων άνευ αδείας. Η φυλακή, απομονωμένη από τον υπόλοιπο κόσμο, είχε για μοναδική θέα τον ουρανό.

«Και, μέσα στην πλήξη του, ο Προμηθέας το βράδυ κάλεσε τον αετό του. – Ο αετός ήρθε.

«Σε περίμενα από καιρό», είπε ο Προμηθέας.

«Τότε γιατί δεν με καλούσες νωρίτερα;» απάντησε ο αετός.

Για πρώτη φορά, ο Προμηθέας είδε τον αετό του κουρνιασμένο ανεπιτήδευτα πάνω στα στραβωμένα κάγκελα του μπουντρουμιού. Στο χρυσό χρώμα της δύσης, ο αετός έδειχνε ακόμη πιο μουντός, ήταν γκρίζος, άσχημος, καχεκτικός, σκυθρωπός, παραιτημένος, άθλιος. Φαινόταν υπερβολικά αδύνατος για να πετάξει, κοιτώντας τον, ο Προμηθέας έκλαψε από συμπόνια για τον αετό του.

«Πιστό πουλί», του είπε, «φαίνεται να υποφέρεις – λέγε: τι έχεις;»

«Πεινάω», είπε ο αετός.

«Φάε», είπε ο Προμηθέας, αποκαλύπτοντας το συκώτι του.

Το πουλί έφαγε.

«Με πονάς», είπε ο Προμηθέας.

Ο αετός όμως δεν είπε τίποτε άλλο εκείνη τη μέρα.

Ήρθε η άνοιξη. Γύρω από τα κάγκελα του πύργου άνθισε το αγιόκλημα ευωδιαστό.

«Κάποια μέρα θα φύγουμε» , είπε ο αετός.

«Αλήθεια;» αναφώνησε ο Προμηθέας.

«Ναι, επειδή εγώ έχω γίνει πολύ δυνατός κι εσύ πολύ αδύνατος και μπορώ να σε πάρω μαζί μου.»

«Αετέ, αετέ μου… πάρε με μαζί σου»

Και ο αετός σήκωσε ψηλά τον Προμηθέα και τον πήγε στην αίθουσα των Νέων Φεγγαριών για να μιλήσει:

Από την παράσταση του Θ. Τερζόπουλου" Προμηθέας Δεσμώτης" στη Γερμανία 2010

«Κύριοι, ασχολήθηκα με τους ανθρώπους πολύ περισσότερο απ’ ότι σας είπα. Κύριοι, έχω κάνει πολλά για τους ανθρώπους. Κύριοι, έχω αγαπήσει τους ανθρώπους παθιασμένα, σφοδρά, οικτρά. Και έχω κάνει τόσα γι’ αυτούς, που δεν θα υπερέβαλα αν έλεγα ότι οι άνθρωποι είναι δικό μου δημιούργημα, επειδή, πριν από μένα, τι ήταν; Υπήρχαν , αλλά δεν είχαν συνείδηση της ύπαρξής τους. Έφταιξα εγώ τη συνείδηση, κύριοι, μ’ όλη μου την αγάπη γι’ αυτούς, σαν μια φωτιά για να τους φωτίζει. Η πρώτη συνείδηση που απέκτησαν ήταν η συνείδηση της ομορφιάς τους… άλλωστε, έχοντας φτιάξει τον άνθρωπο κατ’ εικόνα και ομοίωσή μου, καταλαβαίνω τώρα πως μέσα σε κάθε άνθρωπο υπήρχε κάτι που περίμενε να εκκολαφτεί. Στον καθένα τους υπήρχε το αυγό του αετού… Και πάλι δεν μπορώ να ξέρω, δεν μπορώ να τα εξηγήσω όλα αυτά.. Αυτό που ξέρω είναι ότι επειδή δεν ήμουν ικανοποιημένος που τους είχα δώσει τη συνείδηση της ύπαρξής τους, θέλησα να τους δώσω κι έναν λόγο ύπαρξης. Τους έδωσα τη φωτιά, τη φλόγα κι όλες τις τέχνες που τρέφονται απ’ αυτή. Θερμαίνοντας το πνεύμα τους, έκανα να εκκολαφτεί μέσα τους η αδηφάγος πίστη στην πρόοδο. Κι αισθανόμουν μια παράξενη χαρά που η υγεία του ανθρώπου φθειρόταν για να την παραγάγει. Όχι πια πίστη στο καλό, αλλά μια άρρωστη ελπίδα για το καλύτερο. Η πίστη στην πρόοδο, κύριοι, είναι ο αετός τους. Οι αετοί μας είναι ο λόγος της ύπαρξής μας. Η ευτυχία του ανθρώπου λιγόστευε, λιγόστευε, κι εγώ αδιαφορούσα: ο αετός είχε γεννηθεί. Δεν αγαπούσα πια τους ανθρώπους, αγαπούσα εκείνο που ζούσε απ’ αυτούς. Σας λέω όμως τούτο: ό,τι κι αν είναι, ο αετός μας κατατρώγει, διαστροφή ή αρετή, καθήκον ή πάθος».

Το τέλος επιφυλάσσει ένα χαρούμενο περιβάλλον για τον Προμηθέα που άξεστος, ανοίκειος, Βουλγαροκτόνος και ανυπόληπτος ακολουθώντας το «Άφες τους νεκρούς θάψαι τους εαυτών νεκρούς», σκοτώνει τον αετό του και προχωρώντας στο βουλεβάρτο του Παρισιού, έχοντας μαζί του την ηρωίδα από την προηγούμενη νουβέλα, «Τέλματα», αφήνοντας πίσω του ιζήματα ενοχών ή αυτομομφής, ανακαλύπτει το μυστικό του γέλιου, ανακαλύπτει την προσωπικότητά του, ανακαλύπτει ότι η αναίτια πράξη δεν είναι απλώς μια ανιδιοτελής επαναστατική πράξη του ατόμου εναντίον των κοινωνικών συμβάσεων, αλλά και ένα παιχνίδι που κρύβει το στοιχείο της έκπληξης, μια απρόβλεπτη ηδονή, μια άμεση δράση του ασυνειδήτου ακόμα κι αν ο ίδιος κάνει ό,τι του είναι δυνατόν για να το αποφύγει ή για να το αρνηθεί, ανακαλύπτει μια ταυτότητα που μασκαρεύεται σε ετερότητα.

Το νιώθεις, δεν είναι νέκυια αυτό που ζεις διαβάζοντάς το. Είναι επιστροφή σε κάτι που μαρμαίρει.

Αντρέ Ζιντ "Ο Προμηθέας ελεύθερος δεσμώτης" Εκδόσεις Καστανιώτη- FAQ

Σάββατο, 14 Μαΐου 2011

Tira o retrato

Τώρα που τα αρώματα των Τροπικών και η πρωτόγονη χάρη των ανθρώπινων υπάρξεων έχουν φθαρεί σε μια υπόθεση με αμφίβολα αποτελέσματα, που νεκρώνει τις επιθυμίες μας και μας καταδικάζει στη συλλογή μόνο νοθευμένων αναμνήσεων ή αναπαραστάσεων, για τους ιθαγενείς του Claude Levi – Strauss δεν υπάρχει πια τίποτα που να προσδοκούν από την κοινωνία. Ακόμη κι αν σκεφτόταν ότι ο μόνος τρόπος να κατανικήσουν τη μοίρα τους ήταν να διακινδυνεύσουν πάνω στις κοφτερές άκρες των βράχων όπου οι κοινωνικοί τύποι χάνουν τη σημασία τους και όπου οι εγγυήσεις και οι απαιτήσεις της ομάδας παύουν να υπάρχουν, θα έφταναν στα σύνορα του πολιτισμού, στα όρια της φυσικής αντίστασης, του φυσικού και ηθικού πόνου. Έτσι σ’ ένα άπληστο κοινό του δικού μας πολιτισμού που κραδαίνει τα έγχρωμα φωτογραφικά άλμπουμ, τα οποία αντικατέστησαν τις κατεστραμμένες μάσκες των ιθαγενών, που θέλει με πάθος να χορτάσει μέσα από τις σκιές τους τον νοσταλγικό κανιβαλισμό μιας ιστορίας, το πέρασμα στο στοχασμό του Σατωμπριάν, έστω κι αν ο χρόνος μ’ έναν απρόσμενο τρόπο μακραίνει τον ισθμό της πραγματικότητας, ακινητοποιεί:" Κάθε άνθρωπος φέρνει μέσα του έναν κόσμο σύνθετο απ’ όλα όσα είδε και αγάπησε και στα οποία επιστρέφει αδιάκοπα, ενώ ταυτόχρονα διατρέχει και φαίνεται να κατοικεί ένα ξένο κόσμο."

Είναι κι αυτό που κάνει τον Claude Levi – Strauss να σημειώνει: «Η θύμηση είναι μεγάλη ηδονή για τον άνθρωπο, αλλά μόνο όταν συνοδεύεται από τη μνήμη εκείνη που δεν αναπαράγει τα γεγονότα με την ακρίβεια που έγιναν, γιατί στους ανθρώπους αρέσει να θυμούνται τα περασμένα, λίγοι όμως θα δέχονταν να τα ξαναζήσουν με όλους τους κόπους και τους πόνους. Η ανάμνηση είναι η ίδια η ζωή αλλά με μια άλλη ταυτότητα. Γι’ αυτό όταν ο ήλιος γέρνει προς τη στιλπνή και ήρεμη επιφάνεια της θάλασσας, όμοιος με τον οβολό ενός ουράνιου φιλάργυρου, ή όταν ο δίσκος του τέμνει την κορυφή των βουνών σαν ένα σκληρό φύλλο με πριονωτές άκρες, ο άνθρωπος έχει, μέσα σε μια σύντομη φαντασμαγορία, την εξαιρετική αποκάλυψη των αδιαφανών δυνάμεων, των νεφών και των αστραπών των οποίων στο βάθος του εαυτού του και σε όλη τη διάρκεια της ημέρας, είχε αόριστα διακρίνει τις σκοτεινές συγκρούσεις».

Οι άνθρωποι αφημένοι σήμερα στο χάος που δημιούργησε η ιστορία, μετακινούνται ανήσυχοι προς όλες τις κατευθύνσεις με κίνητρα τόσο στοιχειώδη όσο ο φόβος, ο πόνος και η πείνα.

«Πρέπει να είναι κανείς πολύ αφελής ή κακόπιστος για να φαντάζεται ότι οι άνθρωποι διαλέγουν τα πιστεύω τους ανεξάρτητα από τις συνθήκες ζωής τους. Γιατί δεν είναι τα πολιτικά συστήματα που προσδιορίζουν το σχήμα της κοινωνικής ύπαρξης, αλλά είναι αντίθετα οι συνθήκες της ζωής που δίνουν νόημα στις ιδεολογίες που τις εκφράζουν: οι ιδεολογίες είναι τα σημεία εκείνα που δεν γίνονται διάλεκτος παρά μόνο με την παρουσία των αντικειμένων στα οποία αναφέρονται. Αυτή τη στιγμή η παρεξήγηση μεταξύ Δύσης και Ανατολής τοποθετείται βασικά στη σημασία των εννοιών ή «των σημαινόντων» τα οποία προσπαθούμε να διαδώσουμε στη Δύση και που αναφέρονται σε «σημαινόμενα» που στην Ανατολή είναι διαφορετικά ή ανύπαρκτα. Αντίθετα, αν ήταν δυνατόν να αλλάξουν οι συνθήκες, πολύ λίγο θα ενδιέφερε τα θύματά τους αν αυτό θα συνέβαινε μέσα σε πλαίσια που εμείς οι δυτικοί μπορεί να τα κρίναμε ανυπόφορα. Γιατί αυτοί δεν θα αισθανόταν να γίνονται σκλάβοι αλλά μάλλον ελεύθεροι όταν θα ενέδιδαν στην καταναγκαστική εργασία, στην τροφή με το συσσίτιο και στην κατευθυνόμενη σκέψη, αφού θα ήταν γι’ αυτούς το ιστορικό μέσο με το οποίο θα κατόρθωναν να αποκτήσουν δουλειά, τροφή και μια υποψία πνευματικής ζωής. Έτσι τα αρνητικά στοιχεία αυτής της διαδικασίας θα εξαφανίζονταν με την αποκάλυψη της προσφερόμενης πραγματικότητας που τους την είχαμε αρνηθεί θεωρώντας την σαν φανερή από πάντα.»

Αναφερόμενος στην κοινωνία Μπορόρο περιγράφει το «σπίτι των ανδρών» σαν κέντρο κοινωνικής και θρησκευτικής ζωής που επιτρέπει ένα λεπτό παιχνίδι των θεσμών: συνοψίζει και επιβεβαιώνει τις σχέσεις μεταξύ ανθρώπου και σύμπαντος, μεταξύ κοινωνίας και μεταψυχικού κόσμου, μεταξύ ζωντανών και νεκρών.

Μελετώντας τον πληθυσμό Ναμπικάρα ο Claude Levi – Strauss αναπτύσσει τις σκέψεις του για τη γραφή, όχι σαν το αποτέλεσμα μιας μακρόχρονης και επίπονης μάθησης αλλά σαν σύμβολο που ο ρόλος του είχε μάλλον κοινωνιολογικό παρά διοικητικό χαρακτήρα για να καταλήξει:

«Η γραφή είναι παράξενη εφεύρεση. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι επέφερε βαθιές μεταβολές στις συνθήκες της ανθρώπινης ύπαρξης και ότι αυτές οι μεταβολές ήταν αναγκαστικά διανοητικής φύσης. Η κατάκτηση της γραφής αυξάνει με θαυμαστό τρόπο την ικανότητα των ανθρώπων να διαφυλάττουν τις γνώσεις τους. Θα μπορούσε να την δει κανείς σαν μια τεχνητή μνήμη, η εξέλιξη της οποίας θα έπρεπε να συνοδεύεται από μια καλύτερη ενημέρωση για το παρελθόν και επομένως από μια μεγαλύτερη ικανότητα για την οργάνωση του παρόντος και του μέλλοντος. Αφού αποκλείσαμε όλα τα κριτήρια που έχουν επινοηθεί για τη διάκριση μεταξύ βαρβαρότητας και πολιτισμού, δεν μπορούμε όμως να μην κρατήσουμε τουλάχιστον ένα, αυτό που λέει ότι υπάρχουν λαοί με ή χωρίς γραφή. Οι πρώτοι είναι ικανοί να συσσωρεύουν τις παλιές γνώσεις και να προχωρούν έτσι πιο γρήγορα προς το σκοπό τους, ενώ οι δεύτεροι είναι ανίκανοι να συγκρατήσουν το παρελθόν πέρα από το στενό περιθώριο της ατομικής μνήμης και παραμένουν φυλακισμένοι μιας κυμαινόμενης ιστορίας που θα στερείται δύο πράγματα: μια αφετηρία και μια διαρκή συνείδηση ενός στόχου…Το μόνο φαινόμενο που συνοδεύει πάντα τη γραφή είναι η δημιουργία πόλεων και αυτοκρατοριών, δηλαδή η ενσωμάτωση σε ένα πολιτικό σύστημα ενός σημαντικού αριθμού ατόμων και η ιεράρχησή τους σε κάστες και τάξεις… Πρέπει να παραδεχτούμε ότι ο πρωταρχικός ρόλος της γραπτής επικοινωνίας είναι η διευκόλυνση της υποδούλωσης. Η χρήση της γραφής για αφιλοκερδείς σκοπούς, δηλαδή σαν πηγή διανοητικής και αισθητικής ευχαρίστησης είναι δευτερεύων παράγοντας και πολύ συχνά περιορίζεται σε ένα μέσο που ενισχύει, δικαιολογεί και καλύπτει τον πρωταρχικό ρόλο της…Γιατί, αν η γραφή δεν ήταν ικανή μόνη της να στηρίξει τις γνώσεις, ήταν ίσως απαραίτητη για την επιβολή της εξουσίας. Αν κοιτάξουμε πιο προσεκτικά την κατάσταση θα δούμε ότι η συστηματική ανάπτυξη της καταναγκαστικής εκπαίδευσης των ευρωπαϊκών κρατών συνδυάζεται με την εξάπλωση της στρατιωτικής υπηρεσίας και την προλεταριοποίηση. Ο αγώνας ενάντια στον αναλφαβητισμό είναι έτσι στενά δεμένος με την αύξηση της κυβερνητικής εξουσίας πάνω στους πολίτες. Καθένας πρέπει να μάθει να διαβάζει για να μπορεί η κυβέρνηση να λέει: η άγνοια του νόμου είναι αδικαιολόγητη.»

Παραιτούμενος από την ιδέα του ύπνου, αδιάφορος για τον καιρό, μετά από πολλούς μήνες ξηρασίας, κρεμώντας την αιώρα του στα δέντρα της όχθης του ποταμού Ρίο Μασάντο, συγκρατεί την ιστορία του Εμίντζιο:

«Ένας χήρος με ένα μοναχογιό, ήδη έφηβο, τον κάλεσε μια μέρα, για να του πει ότι ήταν καιρός πια να παντρευτεί. «Τι πρέπει να κάνω για να παντρευτώ;» ρώτησε ο γιος. «Είναι πολύ απλό, του είπε ο πατέρας του, δεν έχεις παρά να επισκεφτείς τους γείτονές μας και να προσπαθήσεις να αρέσεις στην κόρη τους». «Ναι, αλλά δεν ξέρω πώς να φερθώ για να αρέσω σε μια κοπέλα!». «Να παίζεις κιθάρα, να είσαι χαρούμενος, να γελάς και να τραγουδάς!». Ο γιος πήγε να εκτελέσει ότι του είπε ο πατέρας του αλλά έφτασε την ώρα που ο πατέρας της κοπέλας είχε μόλις πεθάνει. Η στάση του κρίθηκε απρεπής και τον έδιωξαν με τις πέτρες. Ξαναγύρισε στον πατέρα του και του παραπονέθηκε, αυτός του εξήγησε τη στάση που έπρεπε να τηρήσει σε μια παρόμοια περίπτωση. Ο γιος ξαναπήγε στους γείτονες ακριβώς τη στιγμή που είχαν σκοτώσει ένα γουρούνι. Όμως πιστός στο τελευταίο του μάθημα άρχισε να κλαίει με λυγμούς: «Τι θλιβερό! Ήταν τόσο καλό! Το αγαπούσαμε τόσο! Ποτέ δε θα βρούμε καλύτερο!». Αγανακτισμένοι, οι γείτονες τον έδιωξαν. Στην επιστροφή, διηγήθηκε στον πατέρα του το καινούριο του πάθημα και πήρε καινούριες υποδείξεις για τη συμπεριφορά του. Στην τρίτη του επίσκεψη, οι γείτονες ασχολούνταν με το να αφαιρούν τις κάμπιες από τον κήπο. Πάντα καθυστερημένος στο μάθημά του ο νεαρός άρχισε να ξεφωνίζει από χαρά: «Τι αφθονία! Εύχομαι τα ζώα αυτά να πολλαπλασιάζονται στα εδάφη σας και να μην σας λείψουν ποτέ!». Τον έδιωξαν πάλι θυμωμένοι. Μετά την τρίτη αποτυχία, ο πατέρας διέταξε το γιο του να φτιάξει μια καλύβα και τον έστειλε στο δάσος να κόψει ξύλα. Όμως ο λυκάνθρωπος πέρασε από εκεί τη νύχτα και βρήκε το μέρος κατάλληλο και για δική του κατοικία, έτσι, άρχισε κι αυτός να δουλεύει. Την άλλη μέρα το πρωί ο νέος ξαναγύρισε στο γιαπί και βρήκε το έργο του αρκετά προχωρημένο: «Ο Θεός με βοηθά!» σκέφτηκε γεμάτος ικανοποίηση. Έτσι έκτιζαν μαζί, ο νέος με τη μέρα , ο λυκάνθρωπος τη νύχτα, και η καλύβα τέλειωσε. Για να την εγκαινιάσει ο νέος αποφάσισε να προσφέρει γεύμα ένα ζαρκάδι και ο λυκάνθρωπος ένα νεκρό. Το πρωί ο νεαρός έφερε το ζαρκάδι και τη νύχτα ο λυκάνθρωπος έφερε το πτώμα. Όταν την άλλη μέρα ο πατέρας πήγε σαν προσκαλεσμένος να λάβει μέρος στο συμπόσιο είδε στο τραπέζι ένα νεκρό αντί για ψητό και τότε είπε στο παιδί του: «Σίγουρα γιε μου, δεν κάνεις για τίποτα…».

Το να αποσπάσαι είναι μια δυνατότητα ζωτικής σημασίας για τη ζωή και συνίσταται στο αντίκρισμα ενός ορυκτού πιο όμορφου από όλα τα έργα μας, στο άρωμα που είναι σοφότερο από τα βιβλία μας όταν το ρουφά κανείς από το βάθος ενός μίσχου, ή το κλείσιμο του ματιού, του τόσου βεβαρυμένου από καρτερία, από γαλήνη.

«Στις ευρωπαϊκές πόλεις το πέρασμα του χρόνου δημιουργεί μια εξέλιξη ενώ στις αμερικάνικες προξενεί ένα μαρασμό. Γιατί δεν είναι μόνο φρεσκοφτιαγμένες άσχημα. Από την ώρα της κατασκευής τους οι νέες συνοικίες δεν φαίνονται να αποτελούν μέρος της πόλης: είναι πάρα πολύ λαμπερές, πάρα πολύ καινούριες, πάρα πολύ χαρούμενες για να μπορούν να χαρακτηριστούν σαν τέτοιες. Νομίζει μάλλον κανείς πώς βρίσκεται στο πανηγύρι μιας έκθεσης που στήθηκε για μερικούς μήνες. Μετά απ’ αυτήν την προθεσμία, η γιορτή τελειώνει και αυτά τα μεγάλα μπιμπελό χάνονται: οι προσόψεις των σπιτιών αυλακωμένες από την κάπνα και τη βροχή ανοίγουν, το στυλ παλιώνει και η αρχική διάταξη εξαφανίζεται από τις κατεδαφίσεις που προξενεί μια νέα κατασκευαστική μανία. Δεν πρόκειται για αντιπαράθεση καινούριων πόλεων σε παλιές αλλά για πόλεις σε ταχύρυθμη εξέλιξη που έρχονται να συγκριθούν με πόλεις βραδύρυθμης ανάπτυξης. Μερικές πόλεις της Ευρώπης αποκοιμούνται γλυκά μέσα στη φθορά τους, αυτές του Νέου Κόσμου ζουν πυρετώδικα σε μια χρόνια αρρώστια, διαρκώς νέες, χωρίς να είναι όμως ποτέ υγιείς.»

Ο τεθλασμένος κύκλος χιλιάδων χιλιομέτρων τελειώνει για τον Claude Levi – Strauss μέσα στη νύχτα Ο τεθλασμένος κύκλος του καθενός μας τελειώνει μέσα σε μια νύχτα στην οποία βαδίζουμε ψηλαφιστά γιατί είναι πολύ σκοτεινή για να τολμήσουμε να κάνουμε κάποιες υποθέσεις γύρω από αυτή: δεν μπορούμε να ξέρουμε ούτε ακόμη αν είναι προορισμένη να διαρκέσει!

"Θλιβεροί Τροπικοί"

Claude Levi - Strauss, Εκδόσεις Χατζηνικολή